«Άδεια, αποδοχές & επίδομα αδείας: Πότε διατηρείται και πότε χάνεται το δικαίωμα – Οδηγός για τη μισθοδοσία

Home/Οικονομική Επικαιρότητα, Popular News/«Άδεια, αποδοχές & επίδομα αδείας: Πότε διατηρείται και πότε χάνεται το δικαίωμα – Οδηγός για τη μισθοδοσία
adeia

Η ενότητα αυτή έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη μισθοδοσία, επειδή συνδέεται με τον τρόπο υπολογισμού και καταβολής της κανονικής άδειας, των αποδοχών άδειας και του επιδόματος άδειας.

 

  • Η βασική αρχή

Η ετήσια άδεια αποτελεί δικαίωμα του εργαζομένου για ανάπαυση μέσα στο ημερολογιακό έτος.

Οι αποδοχές άδειας είναι οι αποδοχές που θα λάμβανε ο εργαζόμενος αν εργαζόταν κανονικά κατά το διάστημα της άδειάς του.

Επιπλέον, κατά τη λήψη της άδειας οφείλεται και επίδομα άδειας.

Με απλά λόγια, η άδεια δεν είναι μόνο χρόνος απουσίας από την εργασία. Συνδέεται άμεσα με δύο μισθολογικά στοιχεία:

α) τις αποδοχές άδειας, και

β) το επίδομα άδειας.

 

  • Η σχέση άδειας και επιδόματος άδειας

Σύμφωνα με τις νεότερες αποφάσεις της νομολογίας, οι αποδοχές άδειας και το επίδομα άδειας δεν θεωρούνται εντελώς ανεξάρτητα δικαιώματα.

Αντιθέτως, συνδέονται στενά με το κύριο δικαίωμα της άδειας.

Αυτό σημαίνει ότι όταν, για λόγους που αφορούν τον εργαζόμενο, δεν οφείλεται άδεια, τότε μπορεί να μην οφείλονται ούτε οι αποδοχές άδειας ούτε το επίδομα άδειας.

Η θέση αυτή έχει σημασία στη μισθοδοσία, γιατί δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται το επίδομα άδειας ως απολύτως αυτοτελής παροχή σε κάθε περίπτωση, αλλά πρέπει να εξετάζεται αν υπάρχει και δικαίωμα άδειας.

 

  • Ασθένεια εργαζομένου και δικαίωμα άδειας

Η απουσία λόγω ασθένειας δεν οδηγεί αυτομάτως σε απώλεια του δικαιώματος άδειας.

Αν ο εργαζόμενος απουσίασε λόγω ασθένειας μέσα στο έτος, ακόμη και για διάστημα που υπερβαίνει τα όρια της βραχείας ασθένειας, αλλά επιστρέψει στην εργασία του, δικαιούται να λάβει την κανονική του άδεια.

Αν δεν επαρκεί ο χρόνος μέχρι 31/3 του επόμενου έτους για να του χορηγηθεί η άδεια, τότε δικαιούται τις αποδοχές άδειας και το επίδομα άδειας.

Επίσης, αν η εργασιακή σχέση λυθεί κατά τη διάρκεια ή στο τέλος του έτους, ο εργαζόμενος που απουσίασε λόγω ασθένειας δικαιούται να λάβει σε χρήμα ό,τι θα ελάμβανε αν του είχε χορηγηθεί η άδεια, μαζί με το επίδομα άδειας.

Διαφορετική είναι η περίπτωση κατά την οποία η ασθένεια διαρκεί ολόκληρο το ημερολογιακό έτος και συνεχίζεται μέχρι 31/3 του επόμενου έτους, ενώ η εργασιακή σχέση εξακολουθεί να υφίσταται. Σε αυτή την περίπτωση, επειδή δεν υπάρχει αντικειμενική δυνατότητα χορήγησης της άδειας, το δικαίωμα άδειας για το συγκεκριμένο έτος χάνεται, μαζί με τις αποδοχές και το επίδομα άδειας.

 

  • Στράτευση εργαζομένου

Σε περίπτωση στράτευσης, ο εργαζόμενος που έχει συμπληρώσει εξάμηνη υπηρεσία εξακολουθεί να συνδέεται με σχέση εργασίας με τον εργοδότη.

Αν έλαβε την άδειά του πριν από τη στράτευση, δεν υπάρχει ζήτημα.

Αν όμως δεν έλαβε άδεια και απουσιάζει λόγω στράτευσης για όλο το υπόλοιπο έτος και μέχρι 31/3 του επόμενου έτους, τότε δεν δικαιούται αποδοχές άδειας και επίδομα άδειας για το έτος αυτό, διότι δεν υπάρχει αντικειμενική δυνατότητα χορήγησης της άδειας.

Δικαίωμα άδειας γεννιέται εκ νέου κατά το έτος επιστροφής του στην εργασία.

 

  • Άδεια άνευ αποδοχών

Όταν η άδεια άνευ αποδοχών λήγει μέσα στο ημερολογιακό έτος και υπάρχει διαθέσιμος χρόνος για να χορηγηθεί η κανονική άδεια, τότε η άδεια πρέπει να χορηγείται.

Αν όμως η άδεια άνευ αποδοχών διαρκεί ολόκληρο το ημερολογιακό έτος και συνεχίζεται μέχρι 31/3 του επόμενου έτους, τότε δεν υπάρχει αντικειμενική δυνατότητα χορήγησης της κανονικής άδειας.

Στην περίπτωση αυτή χάνεται το δικαίωμα άδειας για το συγκεκριμένο έτος και δεν οφείλονται ούτε αποδοχές άδειας ούτε επίδομα άδειας.

 

  • Αδικαιολόγητη απουσία

Η αδικαιολόγητη απουσία εργαζομένου έχει δύο βασικές συνέπειες.

Πρώτον, ο εργοδότης μπορεί να περικόψει τις αποδοχές για τον χρόνο που δεν παρασχέθηκε εργασία.

Δεύτερον, οι ημέρες αδικαιολόγητης απουσίας μπορούν να καταλογιστούν στις ημέρες κανονικής άδειας που δικαιούται ο εργαζόμενος.

Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μείωση ή ακόμη και απώλεια μέρους της άδειας, καθώς και των αντίστοιχων αποδοχών άδειας και του επιδόματος άδειας.

Για τη μισθοδοσία, αυτό σημαίνει ότι οι αδικαιολόγητες απουσίες πρέπει να παρακολουθούνται με ακρίβεια, γιατί μπορεί να επηρεάζουν τόσο τις μηνιαίες αποδοχές όσο και τα δικαιώματα άδειας.

 

  • Άδειες μητρότητας και γονικές άδειες

Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται στις άδειες που προστατεύονται από ειδικές διατάξεις.

Η απουσία λόγω άδειας κύησης και λοχείας, ειδικής άδειας μητρότητας, άδειας ανατροφής τέκνου όταν χορηγείται συνεχόμενα, καθώς και γονικής άδειας, δεν στερεί από τον εργαζόμενο το δικαίωμα κανονικής άδειας.

Οι χρόνοι αυτοί θεωρούνται πλασματικά ως χρόνος πραγματικής εργασίας.

Επομένως, δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται όπως η αδικαιολόγητη απουσία ή όπως η μακροχρόνια άδεια άνευ αποδοχών.

 

  • Πρακτικό συμπέρασμα για τη μισθοδοσία

Για τον σωστό χειρισμό της άδειας και του επιδόματος άδειας, το τμήμα μισθοδοσίας πρέπει να εξετάζει κάθε φορά τον λόγο απουσίας του εργαζομένου.

Δεν αρκεί να διαπιστώνεται απλώς ότι ο εργαζόμενος απουσίασε. Πρέπει να ελέγχεται αν η απουσία οφείλεται σε λόγο που προστατεύεται από τον νόμο, όπως ασθένεια, μητρότητα ή γονική άδεια, ή αν πρόκειται για αδικαιολόγητη απουσία ή άδεια άνευ αποδοχών μεγάλης διάρκειας.

Το επίδομα άδειας πρέπει να εξετάζεται σε συνδυασμό με το δικαίωμα κανονικής άδειας. Όπου υπάρχει δικαίωμα άδειας, υπάρχει και αντίστοιχη υποχρέωση καταβολής αποδοχών άδειας και επιδόματος άδειας. Όπου, όμως, το δικαίωμα άδειας χάνεται λόγω αντικειμενικής αδυναμίας χορήγησης ή λόγω λόγων που αφορούν τον εργαζόμενο, ενδέχεται να μην οφείλονται ούτε οι σχετικές αποδοχές ούτε το επίδομα.