Άρθρο του Χρήστου Αγ. Κλειώση, δικηγόρου Παρ’ Αρείω Πάγω, εξ. συνεργάτη της ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟΣ και Δημήτριου Πανοζάχου, MSc οικονομολόγου – φοροτεχνικού συμβούλου, δ/νοντος συμβούλου της ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟΣ που δημοσιεύθηκε στη Ναυτεμπορική στις 16 Φεβρουαρίου 2026.
ΠΡΟΣΦΑΤΑ άνοιξε ένας διάλογος σχετικά με τη συνταγματική αναθεώρηση, αλλά τα ζητήματα που φαίνεται να μονοπωλούν τον διάλογο δεν αρκούν για να απασχολούν την αγορά και το ελληνικό επιχειρείν, αφού εστιάζουν κυρίως σε καθαρά πολιτικού ή συμβολικού χαρακτήρα παρεμβάσεις.
Για να δομηθεί, όμως, μια πρόταση συνταγματικής αναθεώρησης που θα ευνοήσει και θα ενισχύσει την αγορά, θα πρέπει να καταστεί σαφές ποια ακριβώς δύναμη ή δυνάμεις κρατούν πίσω την ανάπτυξη και την παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας.
Η ΚΟΙΝΗ συνισταμένη και ταυτόχρονα ρίζα άπειρων παθογενειών είναι τα απροσδιόριστα όρια των διοικητικών και ρυθμιστικών αρχών και αντίστοιχα η αδυναμία συμμόρφωσης ακόμη και των πιο καλόπιστων διοικουμένων.
Υπάρχει ένα μοτίβο που μπορεί να παρατηρήσει κανείς στις συναλλαγές του με κρατικούς φορείς: η απουσία ξεκάθαρης θέσης από την πλευρά της διοίκησης σχετικά με το τι τελικά ισχύει σε μια συγκεκριμένη περίσταση.
Μάλιστα, στην περίπτωση της φορολογικής διοίκησης έχει ήδη καταστεί νόμος του κράτους (κώδικας φορολογικής διαδικασίας, άρθρο 9, παρ. 4) η πρόβλεψη ότι η τυχόν παροχή γνώμης από εφοριακό υπάλληλο δεν δεσμεύει τη φορολογική διοίκηση.
Αυτές οι επιλογές, που αντικατοπτρίζουν περισσότερο υπηρεσιακά αντανακλαστικά και όχι κεντρικές πολιτικές θέσεις, δεν είναι ο πιο επιτυχημένος τρόπος να χτιστεί εμπιστοσύνη στις σχέσεις πολίτη και διοίκησης, μια εμπιστοσύνη που είναι απαραίτητη για την ανάπτυξη και την αύξηση της παραγωγικότητας. Ας δούμε όμως το ζήτημα σφαιρικά.
ΑΠΟ ΤΗ ΜΙΑ πλευρά, είναι λογικό να μην μπορεί να ρυθμιστεί με νόμο η άπειρη περιπτωσιολογία που γεννούν η ζωή και η πραγματικότητα.
Δεν είναι πρακτικά εφικτό να καθοριστεί με νόμο ή με εγκύκλιο ο τρόπος αντιμετώπισης κάθε συναλλαγής με εφορίες, κτηματολόγια, πολεοδομίες, πλατφόρμες εξωδικαστικού συμβιβασμού κ.λπ.
Κάθε προσπάθεια εξαντλητικής καταγραφής της άπειρης περιπτωσιολογίας είναι μάλλον μάταιη και δεν φαίνεται να υπάρχουν και οι αντίστοιχοι πόροι.
Όμως δεν μπορεί όλη η αγορά, που επιθυμεί οι συναλλαγές να ολοκληρώνονται με ταχύτητα και ασφάλεια δικαίου, να φέρει το βάρος της συμμόρφωσης σε κανόνες που δεν είναι γνωστές εκ των προτέρων η επικρατούσα ερμηνεία τους και η επίδρασή τους σε κάθε επιχειρηματική απόφαση.
Σε αυτό ακριβώς το κενό μεταξύ της δυστοκίας της διοίκησης να πάρει εκ των προτέρων θέση σε μια συναλλαγή και της ανάγκης της επιχειρηματικής κοινότητας για ασφάλεια δικαίου θα μπορούσε να επέμβει ο συνταγματικός νομοθέτης και να προβλέψει την υποχρέωση του κράτους να γνωμοδοτεί εκ των προτέρων, εφόσον φυσικά συντρέχουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις αξιοπιστίας και σοβαρότητας.
Πρόκειται για μια φυσική εξέλιξη του άρθρου 10 του Συντάγματος, που προβλέπει ήδη το δικαίωμα της αναφοράς προς τις διοικητικές αρχές και έχει ήδη αναθεωρηθεί προς αυτή την κατεύθυνση με το Ψήφισμα της 6ης Απριλίου 2001 της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων.
ΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ βήμα θα πρέπει να γίνει προς την κατεύθυνση της αποτελεσματικότητας. Η διοίκηση θα πρέπει να υποχρεούται να γνωμοδοτεί δεσμευτικά επί επικείμενων συναλλαγών που σχεδιάζουν οι διοικούμενοι, ειδικά όταν υπάρχουν αμφισημίες ή δυσερμήνευτα σημεία στον νόμο, ώστε να μη χρειάζεται να φτάνουν στα δικαστήρια οι ενδιαφερόμενοι για να μάθουν ποια είναι η επίσημη ερμηνεία.
Η ΕΙΣΑΓΩΓΗ των «προληπτικών διοικητικών γνωμοδοτήσεων», όπως θα μπορούσαν να αποκληθούν, θα έχει άπειρα οφέλη για τους συναλλασσόμενους, αφού θα μπορούσαν να σχεδιάσουν μια επιχειρηματική απόφαση χωρίς να πρέπει να αναλάβουν ταυτόχρονα το επιχειρηματικό ρίσκο μιας μεταγενέστερης δυσμενούς νομικής ερμηνείας (όπως, π.χ., συμβαίνει αρκετά συχνά στις πολεοδομικού χαρακτήρα διοικητικές υποθέσεις).
Αξίζει να σημειωθεί ότι στο εξωτερικό υπάρχει ήδη ανεπτυγμένος ο θεσμός των tax rulings, όπου η φορολογική διοίκηση εγκρίνει εκ των προτέρων συγκεκριμένους τύπους συναλλαγών. Αυτά τα θεσμικά πλαίσια μπορούν να αποτελέσουν μια πηγή έμπνευσης για τον Έλληνα νομοθέτη.
ΦΥΣΙΚΑ μια τέτοια πρωτοβουλία θα συνεπαγόταν αναπόφευκτα τη διοικητική αναδιοργάνωση του δημόσιου τομέα ώστε να ιδρυθούν οι κατάλληλες γνωμοδοτικές δομές, αλλά και την οικονομική συμμετοχή των πολιτών στο πρόσθετο διοικητικό βάρος της παραγωγής αυτών των δεσμευτικών γνωμοδοτήσεων.
ΕΝΤΟΥΤΟΙΣ τα οφέλη για την εθνική οικονομία είναι ασύγκριτα περισσότερα και θα άξιζε τον κόπο να εισέλθει στον δημόσιο διάλογο η ιδέα της εκ των προτέρων δέσμευσης των διοικητικών και ρυθμιστικών αρχών, ειδικά όταν σχεδιάζονται σύνθετες ή πολύπλοκες επιχειρηματικές κινήσεις.
MSc οικονομολόγος, φοροτεχνικός σύμβουλος, διευθύνων σύμβουλος της Ορθολογισμός Α.Ε.
Πηγή: Η Ναυτεμπορική






